Την εικαστική επιμέλεια έχει αναλάβει ο φίλος, Γιάννης Αποσκίτης.

Βασικά στοιχεία των συμβάσεων

Στη σημερινή μας ανάρτηση θα κάνουμε μια σύντομη εισαγωγή στα νομικά ζητήματα των συμβάσεων. Συμβάσεις, όπως είναι αυτονόητο, συνάπτουν όλων των ειδών οι εταιρίες, όπως και όλοι οι άνθρωπο στην καθημερινότητά τους. Άλλωστε, ακόμα και η απλή αγορά μιας τσίχλας αποτελεί μια σύμβαση σύμφωνα με το δίκαιο! Στην περίπτωση, όμως, των start-up εντοπίζονται δύο ιδιαιτερότητες:

Οι start-up προσπαθούν να δημιουργήσουν καινοτόμα προϊόντα και υπηρεσίες. Στην προσπάθειά τους αυτή συνάπτουν συχνά εξωτερικές συνεργασίες, όπου σε ασφυκτικές προθεσμίες ζητούν την επίτευξη ενός έργου υψηλής ποιότητας. Το εν λόγω έργο, μάλιστα, ενδέχεται να είναι παντελώς νέο ή να έχει κάποια ουσιωδώς νέα στοιχεία, που δεν επιτρέπουν τη χρήση υποδειγμάτων.

Οι start-up λόγω του μικρού χρόνου της λειτουργίας τους δεν διαθέτουν, συνήθως, αρχείο με προηγούμενες συμβάσεις, τις οποίες θα έχουν προσαρμόσει με βάση τις εμπειρίες και τα σφάλματα του παρελθόντος. Για τον λόγο αυτό είναι πιο εύκολο για τους ιδρυτές τους να παρασυρθούν σε σφάλματα ή να αφήσουν αρρύθμιστα ορισμένα κρίσιμα ζητήματα. 

Θεωρούμε, συνεπώς, πολύ σημαντικό για κάθε επιχειρηματία να έχει στο μυαλό του ορισμένα βασικά νομικά ζητήματα, που σχετίζονται με τη σύναψη συμβάσεων παρ’ ότι πρόκειται για ένα ζήτημα αρκετά θεωρητικό και δυσνόητο. Προσπαθώντας να γίνουμε κατανοητοί θα αναφερθούμε σε ένα συγκεκριμένο είδος σύμβασης ως παράδειγμα αμέσως μετά την απαραίτητη εισαγωγή.

Συμβάσεις και ενοχές

Σύμβαση ονομάζεται η σύμπτωση δύο δηλώσεων βουλήσεως, οι οποίες, παρ’ ότι είναι μεταξύ τους αντίθετες, κατευθύνονται στο ίδιο έννομο αποτέλεσμα¹. Οι δύο αυτές δηλώσεις βουλήσεως ονομάζονται πρόταση και αποδοχή. (Θέλεις; Θέλω!)

Η σύμβαση είναι ο κυριότερος τρόπος δημιουργία ενοχών. Ως ενοχή ονομάζεται η νομικά δεσμευτική σχέση ενός προσώπου, του δανειστή, με ένα άλλο πρόσωπο, τον οφειλέτη².

Η συνηθέστερη κατηγορία συμβάσεων είναι οι αμφοτεροβαρείς με την οποία δημιουργούνται δικαιώματα και υποχρεώσεις και για τα δύο μέρη. Για παράδειγμα, σε μια σύμβαση έργου ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να παραδώσει το έργο και το δικαίωμα να απαιτήσει την αμοιβή, ενώ ο δανειστής έχει δικαίωμα να απαιτήσει το έργο και την υποχρέωση να καταβάλει την αμοιβή.

Εφόσον ο νόμος δεν το απαιτεί ρητά, οι συμβάσεις συνάπτονται χωρίς να απαιτείται η τήρηση ορισμένου τύπου ή εγγράφου. Τα έγγραφα, όμως, μας βοηθούν να θυμόμαστε και να αποδεικνύουμε τι έχουμε συμφωνήσει!

Οι συμβαλλόμενοι έχουν κατά κανόνα πλήρη ελευθερία για την κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε περιεχόμενο σύμφωνα με τη θεμελιώδη αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων³.

Παρ’ ότι η άσκηση του δικαιώματος είναι καταρχήν απεριόριστη, το δίκαιο απαγορεύει την καταχρηστική άσκηση των δικαιωμάτων – την άσκηση δηλαδή που υπερβαίνει τα όρια της καλή πίστης ή των χρηστών ηθών⁴. Ως καλή πίστη ορίζεται η εντιμότητα και ευθύτητα, η οποία πρέπει να διέπει τις συναλλαγές στο πλαίσιο της ομαλής κοινωνικής συμβίωσης. Τα χρηστά ήθη, από την άλλη, είναι οι επιταγές της κρατούσας κοινωνικής ηθικής.

Έστω, για παράδειγμα, ότι σε μια μίσθωση ορίζεται ότι απαγορεύεται ο μισθωτής να παραχωρήσει τη χρήση του μισθίου/επαγγελματικού χώρου σε οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο. Αν ο μισθωτής αρρωστήσει και παραχωρήσει τη χρήση του μισθίου στη σύζυγο και συνεργάτιδά του, ενδέχεται η καταγγελία για το λόγο αυτό (αλλαγή προσώπου μισθωτή) εκ μέρους του εκμισθωτή να κριθεί ως καταχρηστική⁵.

Τα ελάχιστα στοιχεία που συνήθως αναφέρονται σε μια σύμβαση, η οποία συνάπτεται εγγράφως, είναι τα εξής:

  • Τα στοιχεία των μερών.
  • Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μερών (τι επιθυμούν να πετύχουν τα μέρη με την παρούσα σύμβαση!).
  • Το ύψος της αμοιβής και ο τρόπος καταβολής της.
  • Η χρονική διάρκεια της σύμβασης και το χρονικό περιθώριο που έχουν τα μέρη για να εκτελέσουν τις υποχρεώσεις τους.
  • Οι συνέπειες από την καθυστέρηση εκπλήρωσης της σύμβασης.
  • Οι συνέπειες από τη μη εκτέλεση της σύμβασης με το συμφωνημένο τρόπο. 
  • Αν υπάρχει το δικαίωμα ένας τρίτος να υπεισέλθει στη θέση των μερών.
  • Αν προβλέπεται κάποιος τρόπος επίλυσης των διαφορών, πριν την προσφυγή στη δικαστική οδό.
  • Ποιο είναι το εφαρμοστέο δίκαιο και ποιο (χωρικά) το αρμόδιο δικαστήριο. Επίσης, σε ποια διεύθυνση μπορούν να επιδίδονται νομικά έγγραφα.

Αν για ένα συγκεκριμένο ζήτημα δεν υπάρχει ειδική συμφωνία των μερών, τότε εφαρμόζονται οι γενικές διατάξεις του νόμου. Το ίδιο συμβαίνει και όταν τα μέρη συμφωνούν κάτι το οποίο έρχεται σε αντίθεση με μια νομοθετική διάταξη αναγκαστικού δικαίου. Οι διατάξεις αναγκαστικού δικαίου είναι εκείνες από τις οποίες δεν επιτρέπεται απόκλιση. Για παράδειγμα, ακόμα και αν ένας εργαζόμενος υπογράψει ότι θα εργάζεται χωρίς αποδοχές και χωρίς άδεια για ολόκληρο το έτος, οι ρυθμίσεις του εργατικού δικαίου θα παραμείνουν ισχυρές. 

Τέλος, όταν οι ενοχικές σχέσεις εξελίσσονται σύμφωνα με το περιεχόμενό τους (λ.χ. καταβολή τιμήματος από τον αγοραστή και παράδοση πράγματος από τον πωλητή), λέμε πως εξελίσσονται ομαλά. Όμως, είναι πιθανό είτε από την πλευρά του δανειστή είτε από την πλευρά του οφειλέτη να δημιουργηθούν διαφόρων ειδών προβλήματα. Στην περίπτωση αυτή γίνεται λόγος για ανώμαλη εξέλιξη της ενοχής.

Ένα συνηθισμένο παράδειγμα στην πράξη: Η σύμβαση έργου

Στο σημείο αυτό θα εξετάσουμε τη ρύθμιση του νόμου σε κάποιες καταστάσεις που συχνά ανακύπτουν στις συμβάσεις έργου τονίζοντας τα περιθώρια που έχουν τα μέρη, για να επιτύχουν μια διαφορετική ρύθμιση. Σκοπός μας είναι να αποκτήσει ο επιχειρηματίας μια γενική εποπτεία των ζητημάτων -πέρα των προφανών!- που αξίζει να διαπραγματευτεί ή, τουλάχιστον, να έχει στο μυαλό του κατά την υπογραφή μιας σχετικής σύμβασης, ώστε να δημιουργηθούν τα λιγότερα δυνατά προβλήματα και να υπάρχουν τα εργαλεία για την αποτελεσματική αντιμετώπισή τους προληπτικά. Άλλωστε, αν μια διαφορά αχθεί στις δικαστικές αίθουσες, και τα δύο μέρη θα ψάχνουν παραθυράκια, ερμηνείες του νόμου, πρόσφατες σχετικές δικαστικές αποφάσεις και γενικότερα ό,τι όπλο μπορούν να συγκεντρώσουν.

Επίσης, θέλουμε να τονίσουμε για ακόμα μια φορά την «πλαστικότητα» του ενοχικού δικαίου και την αξία που έχουν οι συμβάσεις που ανταποκρίνονται πραγματικά στις συγκεκριμένες ανάγκες μιας εταιρίας. Ασφαλώς, δεν μιλάμε για περιπτώσεις, όπου τα δύο μέρη έχουν διαφορά διαπραγματευτικής δύναμης (λ.χ. ιδιώτης και πάροχος ηλεκτρικού ρεύματος), αφού τότε εφαρμόζεται το δίκαιο του καταναλωτή, όπως εξετάζουμε σε επόμενη ανάρτηση. Μεταξύ, όμως, επιχειρήσεων που λειτουργούν ισότιμα στην αγορά, υπάρχει η ευχέρεια διαπραγματεύσεων κι έτσι το νομικό κομμάτι της σύμβασης μπορεί και πρέπει να είναι συνυφασμένο με τις εκάστοτε συναλλακτικές ανάγκες.

Στη σύμβαση έργου, λοιπόν, ο εργολάβος αναλαμβάνει να εκτελέσει ένα έργο προς όφελος του εργοδότη, ενώ ο εργοδότης οφείλει να καταβάλει στον εργολάβο τη συμφωνηθείσα αμοιβή⁶. (λ.χ. κατασκευή προγράμματος ηλεκτρονικού υπολογιστή έναντι αμοιβής).

Ο εργολάβος έχει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο έγκαιρα και σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας και να το παραδώσει χωρίς ελαττώματα και με όλες τις συμφωνηθείσες ιδιότητες και προδιαγραφές.

Καθυστέρηση του έργου (πριν παρέλθει η συμφωνηθείσα ημερομηνία για την παράδοση του έργου)

Αν ο εργολάβος δεν αρχίσει εγκαίρως την εκτέλεση του έργου ή αν, χωρίς υπαιτιότητα του εργοδότη, επιβραδύνει την εκτέλεση στο σύνολό της ή εν μέρει με τρόπο που καθιστά αδύνατη την έγκαιρη περάτωση του έργου, ο εργοδότης μπορεί να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση χωρίς να περιμένει το χρόνο της παράδοσης του έργου⁷.

Η πρόωρη αυτή υπαναχώρηση έχει ως προϋποθέσεις την αντισυμβατική καθυστέρηση έναρξης ή την επιβράδυνση εκτέλεσης του έργου και ως αποτέλεσμα την αδυναμία έγκαιρης αποπεράτωσης του έργου σε σχέση με τον χρόνο περάτωσης του έργου που έχει συμφωνηθεί.

Η διάταξη αυτή έχει βαριές συνέπειες, καθώς δεν απαιτείται η υπαιτιότητα του εργολάβου για την παράβαση των υποχρεώσεών. Για παράδειγμα, μπορεί η καθυστέρηση να οφείλεται σε μια φυσική καταστροφή! Πρόκειται, όμως, για μια διάταξη ενδοτικού δικαίου, κάτι που σημαίνει ότι επιτρέπεται αντίθετη συμφωνία μεταξύ των μερών.

Καθυστέρηση του έργου (αφού έχει παρέλθει η συμφωνηθείσα ημερομηνία για την παράδοση του έργου)

Όταν μετά τον χρόνο περάτωσης του έργου που έχει συμφωνηθεί, υπάρχει καθυστέρηση, ο εργοδότης μπορεί είτε να απαιτήσει την εκτέλεση και την παράδοση του έργου σε συνδυασμό με αποζημίωση για τις ζημιές που υπέστη λόγω της καθυστέρησης είτε να τάξει στον εργολάβο εύλογη προθεσμία και να του δηλώσει ότι, αν αυτή η προθεσμία παρέλθει, θα αρνηθεί να παραλάβει το έργο και θα διεκδικήσει πλήρη αποζημίωση⁸.

Ας εξετάσουμε το παράδειγμα στο οποίο η Ελπίδα και η ομάδα της έχουν αναθέσει σε μια εταιρία πληροφορικής την κατασκευής μιας ιστοσελίδας μέσω της οποίας θα διαθέτουν την εφαρμογή τους. Όπως εύκολα αντιλαμβανόμαστε, ολόκληρη η δραστηριότητα της εταιρίας εξαρτάται από την παράδοση του συγκεκριμένου έργου και είναι φύσει αδύνατον να αρχίσει νωρίτερα. Έτσι, η ενδεχόμενη καθυστέρηση παράδοσης της ιστοσελίδας θα είναι δύσκολο να αποδειχθεί πως συνδέεται με την απώλεια κερδών ορισμένου ύψους, αφού μέχρι το συγκεκριμένο χρονικό σημείο η εταιρία δεν θα έχει κυκλοφορήσει το συγκεκριμένο προϊόν στην αγορά. Επιπλέον, αν η εταιρία πληροφορικής λόγω της πανδημίας και της τηλεεργασίας των υπαλλήλων της επικαλεστεί ορισμένες αναπόφευκτες καθυστερήσεις, θα έχει ένα καταρχήν βάσιμο επιχείρημα, για να δικαιολογήσει την καθυστέρησή της.

Έτσι, προς αποφυγή δικαστικών αγώνων, συνίσταται η πρόβλεψη συγκεκριμένης ημερομηνίας παράδοσης σε κάθε σύμβαση έργου, καθώς και η πρόβλεψη της αντιμετώπισης των γεγονότων ανωτέρας βίας (γεγονότα των οποίων η έλευση είναι για το μέσο επιμελή άνθρωπο απρόβλεπτη και αναπότρεπτη). Επίσης, είναι χρήσιμο να προβλέπεται εκ των προτέρων η ζημιά,  η οποία θα επέλθει από την καθυστέρηση ή ένας τρόπος προσδιορισμού αυτής.

Ελαττώματα που εμφανίζονται κατά τη διάρκεια των εργασιών

Όπως είναι λογικό, βασική υποχρέωση του εργολάβου στη σύμβαση έργου είναι να παραδώσει το έργο χωρίς πραγματικά ελαττώματα και με τις συμφωνημένες ιδιότητες. Το έργο, δηλαδή, πρέπει να ανταποκρίνεται στα όσα έχουν συμφωνηθεί.

Αν κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης του έργου προβλέπεται με βεβαιότητα κατασκευή ελαττωματική ή αντίθετη προς τη σύμβαση από υπαιτιότητα του εργολάβου, ο εργοδότης έχει δικαίωμα να τάξει σ’ αυτόν εύλογη προθεσμία για να διορθώσει τις ελλείψεις και, αν αυτή περάσει άπρακτη, να εκτελέσει αυτός τη διόρθωση σε βάρος του εργολάβου⁹.

Στην περίπτωση, δηλαδή, της πρόβλεψης ελαττωματικής κατασκευής, ο εργοδότης έχει το νόμιμο δικαίωμα να ενεργήσει χωρίς να περιμένει την περάτωση του έργου. Η διάταξη αυτή δεν δίνει το δικαίωμα για χρηματική αποζημίωση, ενώ αφορά εκ των πραγμάτων έργα των οποίων τα ελαττώματα είναι δυνατόν να διαπιστωθούν κατά τη διάρκεια της κατασκευής τους από τον ίδιο τον εργοδότη ή από κάποιο πρόσωπο με ειδικές τεχνικές γνώσεις.

Σε κάθε περίπτωση, είναι χρήσιμο να προβλέπεται η τμηματική παράδοση και εξόφληση του έργου, καθώς και μια μέθοδος περιοδικού ελέγχου του έργου από τον εργοδότη, ώστε ο εργολάβος να έχει εποπτεία και κίνητρο για την άψογη εκτέλεση του έργου. Ειδικά, δε, όταν πρόκειται για μεγάλα έργα ή για ειδικές παραγγελίες που μπορούν να εκτελεστούν μονάχα από συγκεκριμένο εργολάβο, η πρόβλεψη ενός μοντέλου προληπτικού ποιοτικού ελέγχου μπορεί να αποδειχθεί σωτήρια. Εξίσου απαραίτητη είναι η συμφωνία σχετικά με τη διαδικασία του τελικού ελέγχου του έργου κατά την παραλαβή αυτού. 

Για παράδειγμα, αναφέρουμε ότι ακόμα και ένα φαινομενικά απλό έργο, όπως η ιστοσελίδα της Ελπίδας και της ομάδας της, μπορεί να αποτελείται από επιμέρους τμήματα, όπως ένα e-shop, ένα blog, μια φόρμα ζωντανής επικοινωνίας και διάφορα γραφιστικά στοιχεία. Καλό είναι, λοιπόν, σε τέτοιες περιπτώσεις για πρακτικούς λόγους να συμφωνείται η παράδοση και ο έλεγχος του έργου σε τμήματα, σε συνδυασμό με την αναλυτική απαρίθμηση όλων των επιθυμητών χαρακτηριστικών του έργου.

Ελαττώματα του ολοκληρωμένου έργου

Αν το έργο που ολοκληρώθηκε έχει επουσιώδη ελαττώματα, ο εργοδότης έχει δικαίωμα να απαιτήσει είτε τη διόρθωσή τους μέσα σε εύλογη προθεσμία, εφόσον η διόρθωση δεν απαιτεί δυσανάλογες δαπάνες, είτε ανάλογη μείωση της αμοιβής. Αντίθετα, αν το έργο που εκτελέστηκε έχει ουσιώδη ελαττώματα ή αν του λείπουν συμφωνημένες ιδιότητες, ο εργοδότης έχει το δικαίωμα να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση¹⁰.

Ουσιώδη είναι τα ελαττώματα που καθιστούν το συγκεκριμένο έργο άχρηστο και αναιρούν πλήρως τη χρησιμότητά του, ενώ όλα τα υπόλοιπα θεωρούνται επουσιώδη. Ο εργοδότης, καταρχήν, οφείλει αμοιβή ακόμα και για ελαττωματικό έργο, εκτός κι αν τα ελαττώματα είναι ουσιώδη και υπαναχωρήσει νόμιμα από την σύμβαση.

Αν ο εργοδότης δεν επιθυμεί ή δεν δικαιούται να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, μπορεί να ζητήσει, μεταξύ άλλων, τη διόρθωση των ελαττωμάτων ή τη μείωση του τιμήματος ανάλογα με την αντίστοιχα μειωμένη αξία του ελαττωματικού έργου.

                Σε κάθε περίπτωση είναι συμφέρον εκ των προτέρων να προσδιορίζονται με σαφήνεια τα χαρακτηριστικά του συμφωνηθέντος έργου και ειδικά εκείνα εξ αυτών τα οποία συνιστούν ουσιώδη στοιχεία του. Επιπλέον, μπορούν να γίνονται ειδικότερες συμφωνίες για την αντιμετώπιση ελαττωμάτων ουσιωδών και επουσιωδών χαρακτηριστικών.

Γενικώς εφαρμόσιμες αρχές

Είναι εύκολο να αντιληφθεί κανείς ότι ανάλογα με το περιεχόμενο της κάθε σύμβασης ισχύουν και ειδικές νομικές ρυθμίσεις που είναι αδύνατον να γνωρίζει κάποιος χωρίς ειδικές γνώσεις ή μεγάλη εμπειρία. Υπάρχουν, όμως, ορισμένοι κανόνες, που μπορούν να γενικευθούν σε όλα τα είδη των εμπορικών συμβάσεων:

Καταρχήν, τα μέρη θα πρέπει να καταρτίζουν γραπτά τις συμφωνίες τους, ώστε να μπορούν να αποδείξουν ευχαιρώς το περιεχόμενο της συμφωνίας τους και να αποφεύγουν, όσο είναι δυνατόν, τις παρερμηνείες και τις παρεξηγήσεις. Επιπλέον, θα πρέπει να προσπαθήσουν να προβλέψουν στο μέτρο του δυνατού όλα τα πιθανά ενδεχόμενα για την εξέλιξη της μεταξύ τους σχέσης -ιδίως τα δυσάρεστα!- και να συμφωνήσουν για τον τρόπο αντιμετώπισής τους. 

Μάλιστα, δύο ζητήματα, τα οποία θα πρέπει να ρυθμίζονται με τον κατά το δυνατόν πιο εξαντλητικό τρόπο είναι ο χρόνος εκτέλεσης των συμβατικών υποχρεώσεων των μερών και η ποιότητα/τα χαρακτηριστικά των προϊόντων ή υπηρεσιών, στα οποία αφορά η σύμβαση. 

Οι συμφωνίες αυτές θα πρέπει να καταγράφονται σε απλή και κατανοητή γλώσσα, εκτός κι αν η σύνταξή τους ανατίθεται εξ ολοκλήρου σε πρόσωπα με νομικές γνώσεις. 

Εξάλλου, ένα λάθος, το οποίο παρατηρείται συχνά στην πράξη, είναι πως τα μέρη θέλοντας να επισημοποιήσουν το συντομότερο δυνατόν μια προφορική συμφωνία χρησιμοποιούν ένα παλαιότερο υπόδειγμα, γεμάτο με νομική ορολογία και στη συνέχεια το στέλνουν στους νομικούς συμβούλους τους για… έλεγχο. Η αλήθεια είναι, όμως, πως οι νομικές γνώσεις σε τίποτα δεν μπορούν να βοηθήσουν, αν δεν έχει προηγηθεί ουσιαστική επικοινωνία και ξεκάθαρη αποτύπωση των επιθυμιών και των αναγκών των ενδιαφερομένων σε κάθε περίπτωση. Ο χρυσός κανόνας, λοιπόν, στην περίπτωση των συμβάσεων είναι πως μια περίτεχνη ή μακροσκελής διατύπωση δεν έχει καμία αξία, αν δεν στηρίζεται στην ουσιαστική γνώση των αναγκών της κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης.

1. Γεωργιάδης Α., ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΑΙΟ; Η νομική επιστήμη για όλους, Ίδρυμα Τεχνολογίας & Έρευνας – Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2018.
 2. Άρθρο 287 Αστικού Κώδικα.
 3. Άρθρο 361 Αστικού Κώδικα.
 4. Άρθρο 178 Αστικού Κώδικα.
 5. Γεωργιάδης Α., ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΑΙΟ ; Η νομική επιστήμη για όλους, Ίδρυμα Τεχνολογίας & Έρευνας – Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2018
6. Άρθρο 681 Αστικού Κώδικα.
7. Άρθρο 686 Αστικού Κώδικα.
8. Κατράς Ι., Αγωγές, αιτήσεις και ενστάσεις ενοχικού δικαίου Αστικού Κώδικα, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2018.
9. Άρθρο 687 Αστικού Κώδικα.
10. Άρθρο 689 Αστικού Κώδικα.

Οι συγγραφείς

Γιάννης Μπιλιάνης

Ο Γιάννης Μπιλιάνης είναι Δικηγόρος Αθηνών. Σπούδασε Νομική στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης και είναι κάτοχος του μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών Φορολογικού Δικαίου της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. 

Ειδικεύεται σε θέματα προστασίας προσωπικών δεδομένων, έχοντας λάβει την πιστοποίηση «DPO Executive» από την TUV AUSTRIA. Διδάσκει στο Μητροπολιτικό Κολλέγιο Αθηνών και είναι εταίρος στη Δικηγορική Εταιρία «Μπιλιάνης και Συνεργάτες» και νομικός σύμβουλος κορυφαίων εταιριών στο χώρο της υγείας και του τουρισμού.

http://www.bilianis.eu/

Κωνσταντίνος Πικραμένος

Ο Κωνσταντίνος Πικραμένος είναι Δικηγόρος Αθηνών. Σπούδασε στη Νομική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών του τομέα Ποινικών Επιστημών της ίδιας Σχολής.

Εργάζεται στο Δικηγορικό Γραφείο «Μιχαήλ Πικραμένος και Συνεργάτες» και συνεργάζεται με πλήθος εταιριών με καινοτόμο και εξωστρεφή προσανατολισμό βοηθώντας τες να επιτύχουν τους στόχους τους.

http://www.pikramenoslaw.gr/

Μέσα από μια σειρά διαδικτυακών αναρτήσεων παρουσιάζουμε τα βασικά σημεία που διέπουν την ίδρυση και τη λειτουργία μιας start-up. Στις αναρτήσεις αυτές αναλύονται οι βασικές νομικές έννοιες, που πρέπει να έχει κανείς στο μυαλό του κατά την υλοποίηση μιας επιχειρηματικής ιδέας. 

Παρ’ ότι ένα μέρος του περιεχομένου του ιστολογίου είναι προκαθορισμένο, φιλοδοξούμε μέσα από αυτό να έρθουμε σε γόνιμο διάλογο με ειδικούς διαφόρων ειδικοτήτων και ανθρώπους της αγοράς και να το εμπλουτίζουμε με αφορμή την αλληλεπίδρασή μας, αλλά και την επικαιρότητα. Σας προσκαλούμε, λοιπόν, να μας στέλνετε τα σχόλια και τις απορίες σας στο e-mail:

enterprise.legalguide@gmail.com